γράφει ο Πασχάλης Τσιτσόπουλος,
Είναι πλέον εμφανές ότι οι πολιτικές που ακολουθούνται από το ελληνικό πολιτικό σύστημα στην διαχρονία και ιδιαίτερα την τελευταία μιάμιση δεκαετία, έχουν οδηγήσει μεγάλο τμήμα των συμπολιτών μας στην πράξη της αποχής από την εκλογική διαδικασία. Αναφερόμαστε και σε εκείνους οι οποίοι αρνούνται να συμμετέχουν στις εκλογές λόγω αδιαφορίας για τα κοινά αλλά και στο ολοένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού που σκόπιμα χρησιμοποιεί την αποχή ως πολιτική επιλογή. Οι συγκεκριμένοι τρόποι έκφρασης αποτελούν συνέπεια της αδυναμίας των πολιτικών ελίτ να αγωνιστούν για την κοινωνία, της ζημιάς που προκαλούν οι εν λόγω ελίτ σε εθνικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο καθώς και της συνειδητοποίησης ότι δεν υπάρχει τρόπος εξόδου από την κατάσταση αυτή μέσω του παρόντος συστήματος. Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν ότι το νεοφιλελεύθερο πρότυπο διακυβέρνησης (ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίου ανεξαρτήτως εθνικών συνόρων) και η συμπληρωματική σε αυτό νεοαριστερή ιδεολογία (ελεύθερη διακίνηση εργασίας ανεξαρτήτως εθνικών συνόρων) προκαλούν επιπτώσεις που αρχίζουν να γίνονται περισσότερο αντιληπτές με την πάροδο του χρόνου. Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αποχή είναι μία φυσιολογική εξέλιξη τουλάχιστον σε αυτήν την πρώιμη φάση αμφισβήτησης του πολιτικού κατεστημένου από την κοινωνία.
Η αμφισβήτηση αυτή θα γίνει ακόμη περισσότερο κατανοητή αν προβούμε σε μία επισκόπηση της φύσης των σύγχρονων πολιτειακών συστημάτων. Στον φερόμενο ως δυτικό κόσμο έχει υιοθετηθεί ως επί το πλείστον το κοινοβουλευτικό μοντέλο κατά το οποίο μέσω εκλογικής διαδικασίας αναδεικνύεται ο αρχηγός του κράτους του οποίου η κομματική παράταξη καταλαμβάνει την πλειοψηφία των εδρών της βουλής. Μία πλειοψηφία που αν συνδυαστεί με το γεγονός ότι ο αρχηγός του κόμματος, με την δυνατότητά του να διαγράφει μέλη, επιβάλλει την κομματική πειθαρχία, του επιτρέπει να περάσει σχεδόν οποιοδήποτε νομοσχέδιο επιθυμεί. Το βασικό όμως χαρακτηριστικό του κοινοβουλευτισμού είναι ότι δεν παρέχει κανένα θεσμικό πλαίσιο που να επιτάσσει στον αρχηγό του κράτους την τήρηση των προεκλογικών του υποσχέσεων. Η κοινωνία όταν εξαπατηθεί δεν έχει θεσμικά μέσα για να επιβάλλει την συλλογική της βούληση παρά περιμένει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση για να νομιμοποιήσει τον νέο νικητή δίνοντάς του λευκή επιταγή να αποφασίζει για την μοίρα της όπως εκείνος κρίνει ή επιθυμεί. Ο κύκλος εκλογικής διαδικασίας και εξαπάτησης μπορεί να συνεχίζεται αενάως με την κοινωνία κάθε φορά να παραχωρεί την πολιτική της ελευθερία, μέσω των εκλογών, στον νέο αρχηγό του κράτους. Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται ως εκλόγιμη μοναρχία και ειδικά στην Ελλάδα βιώνουμε την πιο εκφυλισμένη εκδοχή της.
Επιστρέφοντας στην αποχή, θετικά στοιχεία που συνδέονται με αυτήν την τακτική είναι η απονομιμοποίηση του αναποτελεσματικού, φθοροποιού και πολιτικά ανελεύθερου τωρινού συστήματος και των θεσμών που το στηρίζουν όπως επίσης και ο ανέξοδος τρόπος για να δημιουργηθεί και να ενισχυθεί ένα ρεύμα αλλαγής από τους πολίτες. Είναι όμως αυτό αρκετό; Η απάντηση είναι ότι χρειάζεται να συνδυαστεί με ένα όραμα για τον τρόπο που η κοινωνία θα προχωρήσει στο μέλλον. Ένα προφανές σενάριο κατά το οποίο αυτή η στάση των πολιτών δύναται να επιστρέψει εναντίον τους, όταν δεν έχουν σαφή στόχο, είναι τα συστημικά μέσα μαζικής ενημέρωσης να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη χαρακτηρίζοντας τους απόντες των εκλογών ατομιστές, απαθείς και αμέριμνους ως προς τον συνάνθρωπο αποκρύπτοντας την διάσταση της πρωτόλειας αντίδρασης σε έναν φαύλο κύκλο αδιεξόδων και παρακμής. Πρόθεση του κειμένου είναι πρώτον να δώσει έμφαση στο νοηματικό περιεχόμενο και στην κατεύθυνση που θα πρέπει να έχει η κίνηση της αποχής ούτως ώστε να αποκτήσει την δυναμική για ουσιαστική μεταβολή των πραγμάτων προς το καλύτερο και δεύτερον να προτείνει έναν τρόπο πραγμάτωσης του περιεχομένου αυτού.
Εδώ θα βοηθήσουν πολύ τα εργαλεία που μας προσφέρει η μελέτη της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη των κοινωνιών καθορίζεται από πολλούς παράγοντες ένας εκ των οποίων είναι η οικονομία. Για παράδειγμα, σήμερα οι οικονομικοί ηγεμόνες έχοντας ξεπεράσει τα σύνορα των κρατών αποκτούν τέτοια δύναμη και ασύδοτη εξουσία πάνω στους πολίτες που ουσιαστικά επιβάλλουν στις κοινωνίες να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να αντιταχθούν σε ένα πολιτικό σύστημα που όχι μόνο δεν τους προστατεύει αλλά που κινείται εναντίον τους συμμαχώντας με τους οικονομικούς ολιγάρχες.
Ένας άλλος παράγοντας κοινωνικής εξέλιξης είναι η επικοινωνία. Μπορεί η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας να έχει επιτρέψει στους κατόχους της οικονομίας να ηγεμονεύσουν αλλά παράλληλα δίνει την δυνατότητα στην κοινωνία να έρθει σε επαφή με νέες ιδέες, να εκτεθεί σε εναλλακτικές αναλύσεις, να βρει ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης και γνώσης που θα την βοηθήσουν να δει πέρα από τα στενά όρια που της θέτει το σύστημα.
Θα αναφερθούμε και σε έναν ακόμη παράγοντα εξέλιξης της κοινωνίας που είναι το αξιακό σύστημα. Κατ’αρχάς, οι αξίες διαμορφώνονται από το υπάρχον πολιτικοοικονομικό πλαίσιο. Ηθικιστικά επιχειρήματα όπως “οι διεφθαρμένοι πολίτες ευθύνονται για τα προβλήματα του τόπου μας” απομακρύνουν την ανάλυση από την πραγματικότητα καθώς αντιστρέφουν την σχέση αιτίου και αιτιατού. Το ότι το πλαίσιο δημιουργεί κοινωνική ηθική και όχι το αντίστροφο, δεν είναι μία καινούργια ιδέα. Αποτελεί εμπειρικό συμπέρασμα κεκτημένο τουλάχιστον από την εποχή του Ισοκράτη (“Το της πόλεως όλης ήθος, ομοιούται τοις άρχουσιν”) και του Αριστοτέλη, πατέρα της πολιτικής επιστήμης, που στα Ηθικά Νικομάχεια περιγράφει πώς ο νομοθέτης βοηθάει τους πολίτες να συνηθίσουν στις καλές και δίκαιες πράξεις. Σκοπός της πολιτικής είναι πρωτίστως η ηθική διάπλαση της κοινωνίας και δευτερευόντως η διακυβέρνηση. Η κουλτούρα της ηθικολογίας κατά των πολιτών και η απλή επίκληση της ηθικής ως προσωπική επιλογή υποβιβάζει την πολιτική από ζήτημα θεσμών και διαπαιδαγώγησης σε ζήτημα ατομικής επιλογής.
Οι αξίες όμως έχουν και την ισχύ να συμβάλουν στην πρόοδο όταν η ανάγκη το απαιτήσει. Η αξία της δημιουργίας μας δείχνει τον δρόμο και τον προορισμό της αποχής. Το σύγχρονο σύστημα έχει ως σημείο αναφοράς την αξία του υπερκέρδους και βλέπει τους πολίτες μόνο ως μέσα επίτευξής του δηλαδή ως καταναλωτές. Καταναλωτές προϊόντων και υπηρεσιών, καταναλωτές θεάματος, καταναλωτές ιδεολογιών. Αν απορρίψουμε αυτόν τον ρόλο δεχόμενοι την δημιουργική δύναμη ως απαρχή του πολιτισμού, αν αναλογιστούμε ότι το σύστημα αποδεικνύεται διαχρονικά ανίκανο να εξυπηρετήσει το κοινωνικό σύνολο και ότι του στερεί την πολιτική ελευθερία και τέλος αν παρατηρήσουμε ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή εναλλαγή προσώπων και παρατάξεων στην εξουσία καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα τότε η λύση που προκύπτει σχεδόν αβίαστα είναι η αντικατάσταση του μοναρχικού συστήματος με ένα νέο σύστημα αντιπροσώπευσης, δημιουργημένο από την κοινωνία για την κοινωνία. Το πρόταγμα το οποίο μπορεί πραγματικά να μετουσιώσει αυτήν την πρωτοσχηματιζόμενη αποκήρυξη της καθεστηκυίας τάξης είναι η πολιτειακή αλλαγή.
Συμπερασματικά, μπορούμε να διακρίνουμε το βασικό χαρακτηριστικό το οποίο αν υπάρχει στο καινούργιο αυτό στάδιο εξέλιξης τότε θα εκμηδενίσει τα προαναφερθέντα προβλήματα: η θεσμοθετημένη συμμετοχή της κοινωνίας στην πολιτική. Με τον όρο συμμετοχή εννοούμε ότι ο πολίτης πλέον θα έχει τον ρόλο του εντολέα ως προς το ποιες συγκεκριμένες πολιτικές πρέπει να ακολουθηθούν σε κάθε τομέα και ο πολιτικός (αντιπρόσωπος) θα έχει τον ρόλο του εντολοδόχου που θα ελέγχεται από τον πολίτη για το εάν εκτέλεσε επιτυχώς ότι του ανατέθηκε. Σε περίπτωση αποτυχίας του τελευταίου θα υπάρχει δυνατότητα ανάκλησής του καθώς και ελεγχόμενης από τους πολίτες δικαστικής διαδικασίας προκειμένου να αποφασιστεί το αν υπάρχουν ποινικές ευθύνες. Με τον όρο θεσμοθετημένη αναφερόμαστε στην δημιουργία του συνταγματικού και νομικού πλαισίου που χρειάζεται για να οριστεί και να διασφαλιστεί η καινούργια πολιτειακή κατάσταση.
Οι λόγοι για τους οποίους η προτεινόμενη πολιτειακή θέσμιση είναι ικανή να μας οδηγήσει στο μέλλον είναι αρχικά το γεγονός ότι με αυτόν τον τρόπο τα συμφέροντα της κοινωνίας ταυτίζονται με αυτά του κατόχου της πολιτικής (που είναι επίσης η κοινωνία) και έπειτα το ότι είναι τάξεις μεγέθους δυσκολότερο να πιεστεί, χρηματιστεί ή εκβιαστεί ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα σε σχέση για παράδειγμα με έναν πρωθυπουργό και το επιτελείο του. Άλλωστε η κοσμοσυστημική γνωσιολογία αποδεικνύει ιστορικά πως παρελθοντικές κοινωνίες βγήκαν από παρόμοια τέλματα μέσω τέτοιων πολιτειακών αλλαγών χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι θα αντιγράψουμε τυφλά αυτούς που προηγήθηκαν. Μάλλον σημαίνει ότι μπορούμε να εμπνευστούμε από τις βασικές αρχές τους και να δώσουμε την δική μας υλοποίηση η οποία θα ανταποκρίνεται στο σήμερα.
Το επικρατούν σύστημα προβάλλει στην κοινωνία την άποψη ότι τέτοιου είδους μεταβάσεις είναι πρακτικά αδύνατον να συμβούν στην εποχή μας που χαρακτηρίζεται από την μεγάλη κλίμακα του έθνους κράτους. Διανύοντας ήδη την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα κάτι τέτοιο ακούγεται τουλάχιστον ανεδαφικό. Η τεχνολογία της επικοινωνίας έχει πρακτικά εκμηδενίσει τις αποστάσεις παγκοσμίως δίνοντάς μας την δυνατότητα να επικοινωνήσουμε μέσω διαδικτύου στιγμιαία, με χαμηλό κόστος και με ποικίλους τρόπους (γραπτή συνομιλία, ήχος, εικόνα…) χωρίς καν να σηκωθούμε από την θέση μας. Ακόμη, έχει ήδη αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί αλγόριθμος ο οποίος εξυπηρετεί την τυχαία και δίκαιη επιλογή ατόμων για την σύσταση αντιπροσωπευτικών συνελεύσεων πολιτών με σκοπό την συμμετοχή τους σε διαβουλεύσεις για πολιτικές αποφάσεις.*
Είναι ενδιαφέρον και εν μέρει λογικό ότι η άποψη περί αδυναμίας μετάβασης προέρχεται κυρίως από άτομα εξουσίας, ακαδημαϊκούς διαπλεκόμενους με την πολιτική και ελεγχόμενα δημοσιογραφικά μέσα. Αν αυτοί οι άνθρωποι υποστήριζαν κάτι διαφορετικό τότε θα άνοιγαν τον δρόμο για να χάσουν θέσεις, προνόμια και ενδεχομένως πεποιθήσεις και έργο ζωής. Επιπλέον, ενώ τα πάντα στον κόσμο μας μεταβάλλονται και προσαρμόζονται αδιάλειπτα σε νέα δεδομένα (επιστήμες, τεχνολογίες, αντιλήψεις, τέχνη, κοινωνικά πρότυπα…), διατείνονται βαρύγδουπα ότι το πολίτευμα στην σύγχρονη έκφανσή του έχει κατακτήσει για κάποιο λόγο εδώ και καιρό την τελική, τέλεια μορφή του φτάνοντας στο τέλος της εξέλιξής του. Πόσο σφαιρική μπορεί, λοιπόν, να είναι μία τέτοια οπτική;
Σε αυτό το σημείο εισέρχεται η δεύτερη καθοδηγητική αξία που είναι αυτή του διαλόγου. Αν η θέση ότι η ισχύουσα πολιτική οργάνωση είναι το αποκορύφωμα της πολιτικής επιστήμης φαίνεται απόλυτη τότε θα πρέπει να ανοίξει η ιδιωτική και δημόσια συζήτηση αφού κάθε ένας από μας που θα συμμετέχει με τις δικές του γνώσεις, ιδέες και προβληματισμούς θα είναι πολύτιμη συμβολή στην ανακάλυψη των πραγματικών ορίων μας αλλά και στην σύνθεση προτάσεων και λύσεων για τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να πορευτούμε. Φανταστείτε πόσο διαφορετικά αποτελέσματα παράγει ένας πολίτης που απέχει των εκλογών αλλά δεν εξηγεί σε κανέναν την επιλογή του σε σύγκριση με έναν πολίτη που απέχει αλλά με μία δόση εξωστρέφειας αιτιολογεί την πράξη του σε ένα μέρος του κύκλου του (συγγενείς, φίλοι, μέσα κοινωνικής δικτύωσης…) μέσω συζητήσεων για απονομιμοποίηση του τωρινού συστήματος, πολιτειακή αλλαγή και εξέλιξη. Επίσης, θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ούτως ώστε η κατανομή του προεκλογικού χρόνου να μην αφορά μόνο κομματικούς εντεταλμένους, αλλά και πολίτες που διαθέτουν μία εντελώς διαφορετική αντίληψη της πολιτικής. Φυσικά, ο διάλογος προϋποθέτει ότι κοινός στόχος των μελών είναι η προσέγγιση μίας όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικής ανάλυσης. Αν κάποιος διαφωνεί μαζί μας και εμείς προσπαθούμε να του επιβάλουμε μία προειλημμένη άποψη τότε κάνουμε προπαγάνδα και όχι συζήτηση. Ο σκοπός είναι να επιτρέπουμε σε νέα επιχειρήματα που μας δυσκολεύουν (και άρα μπορούν να προωθήσουν την σκέψη και τις γνώσεις μας) να διαμορφώνουν την ροή του διαλόγου όπως και τα τελικά συμπεράσματα. Επίσης, πρέπει να δίνεται χώρος και χρόνος σε όσους πρωτοακούν αυτές τις απόψεις και είναι επικριτικοί απέναντί τους. Οι ενεργοί πολίτες θα επιστρέψουν σε ιδέες οι οποίες προσφέρουν διέξοδο.
Στην φάση που διανύουμε, εκτός του ότι ο διάλογος είναι μία από τις ελάχιστες διαθέσιμες εναλλακτικές, είναι και η πιο αποδοτική. Πιο αναλυτικά, οι διεθνοποιημένες αγορές ασκούν πίεση στους πολιτικούς εκθετικά μεγαλύτερη από ότι οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες που ζητούν απλά αλλαγή πολιτικής, προσώπων και παρατάξεων. Επιπρόσθετα, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία δείχνει πως ιστορικά οι πολιτειακές μεταβολές ξεκινούν έχοντας ως προϋπόθεση την υιοθέτηση του προτάγματος της αλλαγής πολιτειακής θέσμισης από μία κρίσιμη μάζα της κοινωνίας (20% – 30%). Επομένως, στην τρέχουσα μεταβατική περίοδο, η διάδοση της ιδέας και οι συζητήσεις πάνω σε αυτήν αποτελούν μονόδρομο. Κατά τα παραπάνω, η αποχή δεν είναι μία πράξη απόγνωσης και αποδοχής ήττας αλλά ένα εφαλτήριο για να πάρει η κοινωνία την μοίρα της στα χέρια της.
* https://www.nature.com/articles/s41586-021-03788-6