ΓΚ . Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση δεν ορίζει ένα άλλο σύστημα, αλλά την ιδιοποίηση του συστήματος, που είναι εξ αντικειμένου εγκατεστημένο μέσα στα κράτη, από τον οικονομικό παράγοντα που αυτονομήθηκε από το κράτος και φιλοδοξεί να παίξει έναν διακρατικό ρόλο, που ακούει στο όνομα «αγορές». Οι νέοι οικονομικοί ηγεμόνες έχουν θέσει σε ομηρία τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών και έχουν εκβάλει από το σκοπό της πολιτικής το συμφέρον των κοινωνιών. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί οι «αγορές» είναι πρωτογενώς παντοδύναμες, αλλά επειδή οι κοινωνίες παραμένουν εγκιβωτισμένες σε αξίες, σε θεσμούς και σε πολιτικές συμπεριφορές του 18ου αιώνα. Με άλλα λόγια, η μεν οικονομία έχει ήδη μεταβεί στο μέλλον, ενώ οι κοινωνίες παραμένουν δέσμιες σε ένα παρελθόν που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Έτσι ανατράπηκαν οι συσχετισμοί υπέρ των «αγορών». Στο μέτρο λοιπόν που οι κοινωνίες αργοπορούν να αντλήσουν τα αναγκαία συμπεράσματα για το πώς θα ανακτήσουν μια σχετική πολιτική επιρροή, η μόνη αντιστασιακή παράμετρος που απομένει για να σφυρηλατήσει μια εναντίωση στην άλωση της πολιτικής τάξης από τις «αγορές» και να αναγκάσει την επαναφορά των πολιτικών του κράτους στο συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας είναι η πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας των πολιτών που αντλεί δυνάμεις από την εθνική της συλλογικότητα. Το έθνος έτσι κι αλλιώς είναι χορηγός πρωτογενούς συλλογικής ελευθερίας, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθούν οι λοιπές ελευθερίες, όπως η ατομική, η κοινωνική και η πολιτική. Γι αυτό οι αρχαίοι έλεγαν ότι χωρίς την πατρίδα ελεύθερη το άτομο ούτε ελεύθερο μπορεί να είναι ούτε να ευημερεί. Αντιλαμβάνονταν όμως το άτομο ως συστατικό μέρος της πολιτείας όχι ως ιδιώτη.
2. Ποια ανάγκη ωθεί τις δυνάμεις εκείνες της κυρίαρχης πολιτικο-οικονομικής ελίτ στο να αντιτίθεται και να αποδομεί κάθε τι το εθνικό;
ΓΚ. Είναι προφανές ότι υπό τις παρούσες συνθήκες κατά τις οποίες το πολιτικό σύστημα είναι δομημένο ως εκλόγιμη μοναρχία, που κατέχεται επομένως εξ ολοκλήρου από την πολιτική τάξη και οι κοινωνίες διατηρούνται ερμητικά έγκλειστες στο καθεστώς της ιδιωτείας, η διεθνής και η εσωτερική ελίτ διακρίνει ότι η μοναδική απομένουσα δύναμη αντίστασης παραμένει η εθνική συλλογικότητα. Γνωρίζει επομένως ότι εάν διαρρήξει την πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας θα μείνει χωρίς αντίπαλο. Γιατί η εθνική/πολιτισμική συνοχή είναι εκείνη που θα κινητοποιήσει τη σκέψη για να δημιουργήσει αντισώματα απέναντι στη στυγνή πραγματικότητα που κάνει τις κοινωνίες να αισθάνονται ότι είναι σε πολιτική αδυναμία, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ελευθερία και την ευημερία τους. Να ξέρετε ότι ένα πράγμα φοβούνται οι αγορές και οι ελίτ που τις διακινούν: την αξίωση των εθνικών κοινωνιών να γίνουν θεσμικές συνιστώσες του πολιτικού συστήματος, να μεταβάλουν δηλαδή το πολιτικό σύστημα, από εκλόγιμη μοναρχία σε αντιπροσωπευτική πολιτεία. Να μεταβούν από το έθνος του κράτους στο έθνος της κοινωνίας. Διότι τότε θα χάσουν το πλεονέκτημα της πολιτικής παντοδυναμίας.
3. Έχει ο ελληνισμός τα αποθέματα εκείνα ούτως ώστε να επιβιώσει και να ανακάμψει από τις συνθήκες τις κρίσης και με ποιό τρόπο μπορεί να γίνει αυτό;
ΓΚ. Το ερώτημα κατά τη γνώμη μου οφείλει να τεθεί διαφορετικά. Συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε ο ελληνισμός να αφεθεί ελεύθερος να δημιουργήσει το μέλλον του; Δεν αναφέρομαι στις εξωτερικές αλλά στις εσωτερικές συνθήκες και συγκεκριμένα στο πολιτικό σύστημα της κομματοκρατίας που με όπλο το δύσμορφο κράτος κατατρώγει από καταβολής του τις σάρκες του ελληνισμού μέχρι το μεδούλι. Διότι εάν παρακολουθήσουμε την ιστορική πορεία του νέου ελληνισμού διαπιστώνουμε ότι υπό καθεστώς εθνικής υποτέλειας κατείχε μια δυσανάλογα μεγαλύτερη θέση στον κόσμο από εκείνη που κατέχει σήμερα. Εάν δεν αποκτήσουμε συνείδηση της αιτίας της ασύμμετρης συρρίκνωσης του ελληνισμού τους τελευταίους δύο αιώνες, ο κατήφορος που έχει πάρει δεν θα σταματήσει. Η κρίση της ελληνικής χώρας είναι διαρκής και η παρούσα έξαρσή της έχει αποκλειστικά εσωτερικά αίτια. Η χώρα λεηλατείται από ένα καθεστώς που εδράζεται σε ένα σύστημα αναντίστοιχο, δηλαδή τριτοκοσμικό, σε σχέση με την ανθρωποκεντρική ανάπτυξη της κοινωνίας. Ακριβώς γι αυτό δεν είναι εφικτή η συνάντηση του πολιτικού προσωπικού με την κοινωνική συλλογικότητα. Το σύστημα της κομματοκρατίας δεν παράγει δημόσιες πολιτικές, με πρόσημο το κοινό συμφέρον, αλλά καταδολίευση και ιδιοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό το καθεστώς με τους θεράποντές του, έχει επικαθήσει ως κατακτητής επί της ελληνικής κοινωνίας, την απομυζεί και την οδηγεί από το κακό στο χειρότερο κακό. Και επιπλέον, επιχειρεί ξεδιάντροπα να την ενοχοποιήσει για την καταστροφή της.